Ο νεκρός Ρούμπη

ρουμπη νεκροςΟ Ιάσονας, μεταπτυχιακός φοιτητής στο Λονδίνο, ζούσε από τα πρώτα φοιτητικά του χρόνια στο ισόγειο μιας διπλοκατοικίας λίγο έξω από την πόλη. Στο πρώτο όροφο έμενε η σπιτονοικοκυρά του η Ελίζαμπεθ, μια κύρια μέσης ηλικίας με την οποία διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις. Αμφότεροι περνούσαν τις ελεύθερες ώρες τους παρέα με το κατοικίδιό τους. Ο Ιάσονας είχε πάρει μαζί του από την Ελλάδα τον πιστό του φίλο Μπρετ, ένα μεγαλόσωμο γερμανικό ποιμενικό. Η Ελίζαμπεθ, χήρα και άτεκνη, μοιράζονταν χρόνο και συναισθήματα με τον Ρούμπη, ένα μικρό κατάλευκο κουνέλι. Ο Μπρετ έμενε σε ένα σπιτάκι στην άκρη του κήπου ανάμεσα στις τριανταφυλλιές και τη λεβάντα. Ο Ρούμπη κοιμόταν πλάι στο κρεβάτι της Ελίζαμπεθ σε ένα ψάθινο καλαθάκι. Καμία παρεξήγηση και κανένα απρόοπτο δεν είχε συμβεί όσες φορές αντάμωσαν τα βλέμματά τους στην πολύχρονη συγκατοίκησή τους.

Ένα μεσημέρι που ο Ιάσονας επέστρεφε από το Πανεπιστήμιο πληροφορημένος για την αποτυχία του στο μάθημα της Αρχιτεκτονικής εξωτερικών χώρων, είδε τον Μπρετ να κρατά στο στόμα τον Ρούμπη. Ο Μπρετ τον τίναζε με δύναμη στο αέρα τον δάγκωνε με μανία και τον χτύπαγε στο έδαφος σαν μόλις να τον είχε προσβάλει με το χειρότερο δυνατό τρόπο. Όταν ο Ιάσονας κατάφερε να αποσπάσει το κορμί του Ρούμπη από τα δόντια του Μπρετ, ήταν ήδη νεκρός, γεμάτος αίμα και χώμα.

Σε μια ώρα θα επέστρεφε η Ελίζαμπεθ από τη δουλειά και το ενδεχόμενο να ανοίξει η Γη να καταπιεί τον νεαρό φοιτητή, όπως αυτός ευχόταν, απομακρύνονταν. Κάτι άλλο έπρεπε να σκεφτεί. Έτρεξε στο μπάνιο και έπλυνε καλά το νεκρό σώμα του Ρούμπη με χλωρίνη και αρωματικό σαπούνι ως που να γίνει λευκός όπως ήταν εν ζωή. Τον στέγνωσε με το μπιστολάκι και τον άφησε να αναπαυτεί στο ψάθινο καλαθάκι του. Πήγε σπίτι του και περίμενε την έλευση της Ελίζαμπεθ.

Δεν πρόλαβαν να περάσουν ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά το άνοιγμα της αυλόπορτας και ακούστηκε η έντρομη φωνή της Ελίζαμπεθ: Ιάσων, τρέξε… Ο Ιάσονας ανέβηκε στο σπίτι υποδυόμενος τον ανυποψίαστο και είδε τη γυναίκα να κλαίει με λυγμούς έχοντας αγκαλιά της το Ρούμπη. Εκείνος της χάιδεψε συμπονετικά στο κεφάλι. Εκείνη τον κοίταξε με ένα τρομαγμένο και συνάμα απορημένο βλέμμα και του είπε δείχνοντας του το άψυχο κουφάρι του κουνελιού: χτες το μεσημέρι τον είχα θάψει στον κήπο!

Kalikatzarakos

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s