Οι μνήμες της αίγας

aiga-Ε, συγγνώμη αν σε σόκαρα με την σημερινή μου έμπνευση, είπε ο Μάνθος καθώς παρουσίαζε στον συγκάτοικό του ένα νωπό ακόμα καμβά.

Ήταν το κουφάρι μιας νεκρής αίγας. Τα οστά της είχαν αρχίσει να αποκαλύπτονται στο σημείο των πλευρών, οι οπλές της ωστόσο έδειχναν ακόμα ικανές να σκαρφαλώσουν στα πιο απόκρημνα βράχια. Το κεφάλι της έλειπε ολόκληρο από το σημείο και ίσως θα στόλιζε για πάντα το χώρο πάνω από το τζάκι κάποιου αρχοντικού.

-Δε σοκάρομαι εύκολα με το ζωγραφισμένο κουφάρι ενός ζώου, απάντησε με υπεροψία ο Νεκτάριος.

-Μα αυτό δεν είναι ένα απλό ζώο, είπε με ένταση ο Μάνθος. Είναι μια νεκρή αίγα, ο θάνατος της οποίας παραμένει μυστήριο. Οι αίγες δεν πεθαίνουν εύκολα χωρίς να φαγωθούν είτε από ανθρώπους είτε από άλλα σαρκοβόρα. Και αυτή είναι νεκρή, αλλά συνάμα ακέραια. Κανένας εχθρός δε θα άφηνε τη λεία του δώρο στους αποσυνθέτες. Επίσης, αν πέθανε από κάποια ασθένεια θα προτιμούσε να το κάνει σε οικείο περιβάλλον και όχι σε αυτή την απομακρυσμένη παραλία. Και για το κεφάλι; Τι έχεις να πεις κύριε για το κεφάλι; Μήπως το εξαφάνισε στη φωλιά του κάποιος ποντικός αφήνοντας το υπόλοιπο σώμα ανέπαφο; Συνέχεια

Βατραχάκια – Η αέναη μάχη με την άβυσσο

IMG_20140823_195608-Έλα να πετάξουμε πέτρες. Να κάνουμε βατραχάκια. Έλα. Κοίτα. Μέτρα τα.

-Ένα, δύο, τρία, τέσσερα… Μάμα, δέκα έκανε ο μπαμπάς…

Πως δεν πέφτει; ρωτάει με την απορία του μικρού εξερευνητή, περιμένοντας να κατακτήσει την γνώση ενός μεταφυσικού μυστήριου, ενός εφτασφράγιστου μυστικού ή μιας αμφιλεγόμενης θεωρίας ενάντια στη βαρύτητα.

Η αέναη προσπάθεια της παραμονής στην επιφάνεια. Για λίγο ακόμα. Η ματαιότητα της αποφυγής της αβύσσου. Συνέχεια

Η απουσία της Ανδρομέδας

ανδρομεδα«Φοβάμαι τη θάλασσα. Όχι τα σκυλόψαρα. Ξέρω πως δεν υπάρχουν στο Αιγαίο. Μα να· φοβάμαι τους αχινούς. Και τις μέδουσες. Τσιμπάνε λέει και πονάς δυνατά. Καμιά φορά πρήζεσαι κιόλας. Όχι, δε θα ήθελα με τίποτα να πάθω κάτι τέτοιο. Προτιμώ να μην κολυμπήσω. Θα κάτσω έξω. Όχι στη άμμο. Εκεί γεννάν οι σκορπιοί. Θα κάτσω δίπλα, στην ταβέρνα και θα σας περιμένω. Ταβέρνα είναι, πληρώνεις, αποκλείεται να πάθεις κάτι κακό. Θέλω να πω· θα το έχουν προβλέψει. Θα πάρω έναν ελληνικό καφέ και θα διαβάσω εκείνο το βιβλίο που μου δώρισε χτες ο Νίκος.

Συνέχεια

Ο νεκρός Ρούμπη

ρουμπη νεκροςΟ Ιάσονας, μεταπτυχιακός φοιτητής στο Λονδίνο, ζούσε από τα πρώτα φοιτητικά του χρόνια στο ισόγειο μιας διπλοκατοικίας λίγο έξω από την πόλη. Στο πρώτο όροφο έμενε η σπιτονοικοκυρά του η Ελίζαμπεθ, μια κύρια μέσης ηλικίας με την οποία διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις. Αμφότεροι περνούσαν τις ελεύθερες ώρες τους παρέα με το κατοικίδιό τους. Ο Ιάσονας είχε πάρει μαζί του από την Ελλάδα τον πιστό του φίλο Μπρετ, ένα μεγαλόσωμο γερμανικό ποιμενικό. Η Ελίζαμπεθ, χήρα και άτεκνη, μοιράζονταν χρόνο και συναισθήματα με τον Ρούμπη, ένα μικρό κατάλευκο κουνέλι. Ο Μπρετ έμενε σε ένα σπιτάκι στην άκρη του κήπου ανάμεσα στις τριανταφυλλιές και τη λεβάντα. Ο Ρούμπη κοιμόταν πλάι στο κρεβάτι της Ελίζαμπεθ σε ένα ψάθινο καλαθάκι. Καμία παρεξήγηση και κανένα απρόοπτο δεν είχε συμβεί όσες φορές αντάμωσαν τα βλέμματά τους στην πολύχρονη συγκατοίκησή τους. Συνέχεια

Οι σκιές του Λουής Ντάνκη

louisΤο επώνυμο του Λουής Ντάνκη είχε γίνει πολλές φόρες η αιτία να ξεκινήσει μια κουβέντα γύρω από τα παιδικά πειράγματα. Ωστόσο, εκείνος ισχυρίζονταν πως δεν είχε υποστεί κάποιου είδους μπούλινγκ στην παιδική του ηλικία εξαιτίας του. Όπως υποστήριζε, σύμμαχός του σε αυτό ήταν ο Τζωρτζ Όργουελ, ο μόνος άνθρωπος που δημιούργησε ένα σοφό γαϊδουρινό χαρακτήρα.

Οι φίλοι του όμως, που τον γνώριζαν από τα πρώτα σχολικά του χρόνια, ήξεραν καλά πως ο λόγος που έχαιρε ενός ιδιότυπου σεβασμού δεν ήταν ούτε ο Οργουελικός γέρο Μπέντζαμιν ούτε τα μεγάλα πεταχτά αυτιά του που θα μπορούσαν άνετα να είναι η καταβολή του ονόματός του αλλά και ο καλύτερος συνδυασμός για μια τέλεια παιδική καζούρα. Συνέχεια

Σαξές Στόρυ

Σαξές ΣτόρυΤο βάζο από ελατίσιο μέλι, που εδώ και χρόνια κάνει χρέη κουμπαρά πάνω στο γραφείο μου, γέμισε λίγο πριν τις γιορτές και αφού κανείς δεν ήρθε να μου πει τα κάλαντα για να το ελαφρύνει και καθώς το γιορτινό στούκι της προηγούμενης με είχε αφήσει στεγνό σαν τόνο ρίο μάρε σε νερό χωρίς προσθήκη μαγιονέζας, σκέφτηκα πως είχε έρθει η στιγμή να το αδειάσω.

Συνέχεια

Καταρρέουν

ΚαταρρέουνΣυνάντησα μια παρέα παιδιών. Έπαιζαν ένα παιχνίδι που παίζαμε και εμείς παλιά. Παλιά, τότε που όλοι οι μεγάλοι ήταν μεγαλύτεροι από μας. Τώρα υπάρχουν και μεγάλοι που είναι μικρότεροι, αλλά και μικροί που είναι μεγαλύτεροι. Συνέχεια

Πίσω στα σπιρτόκουτα

Πίσω στα σπιρτόκουτα.

Φτάσαμε κατά τις 10 το βράδυ στον Πειραιά. Το πλοίο έδεσε στην πύλη Ε1. Η Ε1 σου επιφυλάσσει μια μεγαλύτερη ξενέρα από τις άλλες πύλες του λιμανιού. Εκτός από τη φρίκη που τρως από το τοπίο και την ζεστή και υγρή εσάνς καυσαερίου αναμεμιγμένο με ουρία, πρέπει να μπεις και σε λεωφορείο για να φτάσεις στο σταθμό. Και αυτό το λεωφορείο δεν θυμίζει σε τίποτα το μικρό λεωφοριάκι που σε πήγαινε μέχρι πριν λίγες ώρες από παραλία σε παραλία. Δεν παίζει ρόκ όπως αυτό που σε πήγαινε από τη Χώρα στο Ρούκουνα, δεν είναι πράσινο όπως αυτό που σε πήγαινε στον Εννιά και στον Δέκα, δε θυμίζει ούτε καν αυτό που έπαιζε Πασχάλη Τερζή και σε πήγαινε στο Μούρο και στη Μαρουσώ για κόκορα και δεν πρόκειται να σε πάει ούτε στον πλατύ γιαλό ούτε στην παχιά άμμο. Μοιάζει όμως καταπληκτικά με κάτι που είχες αφήσει πίσω για μερικές μέρες: με τη ζωή στη μητροπολιτική ζούγκλα.

Συνέχεια

Οι τρύπες του κόσκινου

κόσκινοΘυμάμαι… πρέπει να ήταν τη δεκαετία του ‘30, κρίση, φτώχια και φασίστες. Το σετάκι πάει πάντα κομπλέ. (Και μην απορείτε που θυμάμαι τόσο παλιά, οι καλικάτζαροι ζουν πάντα και για πάντα.) Ήταν, σαν τώρα, το δωδεκαήμερο Χριστούγεννα με Φώτα που πειράζουμε τους ανθρώπους και κάνουμε ζημιές.

Συνέχεια